ΠΑΤΡΑ-ΨΥΡΡΗ: ΜΙΑ «ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ» ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗΣ;

Το παρακάτω κείμενο μου δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ramponeau, τ. 01, τον Ιούνη του 2006 κι αναφέρεται στις ταραχές στο καρναβάλι της Πάτρας το 2003 και στη συνοικία του Ψυρρή το καλοκαίρι της Ολυμπιάδας του 2004. Αναδημοσιεύεται με αφορμή την φετινή πανελλαδική απαγόρευση των καρναβαλικών εκδηλώσεων λόγω κοροναϊού και την μαζική απειθαρχία των (πατρινων) καρναβαλιστών:



«…το Μπρίξτον αποτελεί παράδειγμα για οποιονδήποτε αναζητεί διασκέδαση χωρίς τις θυσίες της επίσημης απασχόλησης, έξω από την ανάγκη να θυσιαστεί στο βωμό της εργασίας προκειμένου να εξαγοράσει τη ζωή του μετά από αυτή. Οι εξεγέρσεις μπορούν να θεωρηθούν εν μέρει σαν αντίδραση στη φανταχτερή διαφήμιση, με την έννοια ότι συνέβησαν κοντά σε κέντρα κατανάλωσης ελευθέρου χρόνου, που αποτελούν προφανείς στόχους για ανθρώπους που προέρχονται από καταπιεσμένες τάξεις, ειδικότερα για εργάτες που υποσκελίστηκαν από τη μαζική έξοδο σε νέα κέντρα κατοικίας.» 1


ΜΕ «ΜΠΑΧΑΛΑ» Θ’ ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΣΤΕ ΤΩΡΑ;

Ποια κοινή γραμμή άραγε μπορεί να ενώνει τα επεισόδια στο καρναβάλι της Πάτρας τον Μάρτη του 2003, τις συγκρούσεις στο Ψυρρή μια μέρα πριν την τελετή λήξης της Ολυμπιάδας με την εξέγερση της αγγλικής νεολαίας τη δεκαετία του ’80 (συνδεδεμένη με το Μπρίξτον, τη συνοικία στο Νότιο Λονδίνο απ’ όπου ξεκίνησαν οι ταραχές τον Απρίλιο του 1981); Φαινομενικά μόνο η αναπάντεχη (για τις αστυνομικές αρχές) έκρηξη βίας από ένα κομμάτι της νεολαίας, έκρηξη την οποία έχουμε συνηθίσει στους αντιεξουσιαστικούς κύκλους να την κωδικοποιούμε ως «μπάχαλα» και το νεολαιίστικο υποκείμενο ως «άγρια νεολαία». Για όποιον όμως θέλει να διακρίνει πίσω από τα φαινόμενα που εκδηλώνονται σε κάθε όψη του κοινωνικοταξικού ανταγωνισμού τις βαθύτερες αιτίες και κοινωνικές σχέσεις που οδηγούν σ’ αυτά, η συγκεκριμένη ευκολία με την οποία (όλοι, λίγο πολύ) περιορίζουμε τα εν λόγω γεγονότα και υποκείμενα στις λέξεις «μπάχαλα» και «άγρια νεολαία», υποδηλώνει τη δυσκολία εύρεσης ακριβώς του «κοινού τόπου» ανάμεσα σε γεγονότα που απέχουν αρκετά μεταξύ τους (χρονικά, χωρικά, ως προς την έκταση και τη δυναμική κ.α.) και την ταυτόχρονη αμηχανία που προκαλεί η υποψία ότι αυτός ακριβώς ο «κοινός τόπος» είναι υπαρκτός. Αυτή η υποψία λοιπόν ήταν ο κινητήριος μοχλός για να γραφτεί αυτό το κείμενο, αυτός ο «κοινός τόπος» είναι το αντικείμενο που αναζητείται κι αυτή την αμηχανία είναι που θέλουμε να πολεμήσουμε (αμηχανία που άλλωστε εκφράζουν τα εισαγωγικά και το ερωτηματικό στον τίτλο).

ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΗΤΑΝ ΚΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑΞΙΚΟ


«…Συναντώ ένα φίλο από τα παλιά. Του λέω αστειευόμενος «το καρναβάλι αποκτά ταξικό χαρακτήρα». Μου απαντάει «πάντα είχε ταξικό χαρακτήρα, παλιότερα οι προλετάριοι έκαιγαν τα σπίτια των πλούσιων αστών στις αποκριές…»2

Ως γνωστόν το καρναβάλι έχει τις ρίζες του σε παγανιστικά έθιμα που είχαν σχέση με την υποδοχή της άνοιξης (τη στιγμή που η μέρα έχει τη μικρότερη διάρκεια) και τη λατρεία του θεού Διόνυσου, που προσωποποιούσε τη χαρά της ζωής, το γλέντι, το άγριο μεθύσι, τη σεξουαλική ορμή, την άνευ όρων παράδοση στα ένστικτα, τη σπατάλη με μοναδικό στόχο την επίτευξη της έκστασης. Η ύπαρξη αυτής της παράδοσης σε όλους τους λαούς3 δείχνει ότι πρόκειται για μια πανανθρώπινη ανάγκη, ανεξάρτητα από το προσωπείο με το οποίο έβγαινε και την αφορμή την οποία έβρισκε για να εκδηλωθεί. Είναι λάθος, όμως, να θεωρούμε ότι η ύπαρξη αυτή της ανάγκης έχει να κάνει αποκλειστικά με την «ανθρώπινη φύση», γιατί έτσι ξεχνάμε ότι άνθρωπος εκτός κοινωνικών δομών δεν μπορεί να υπάρξει κι ότι αυτό που λέμε «ανθρώπινη φύση» δεν είναι απαράλλαχτο και αμετάβλητο, αλλά αντίθετα πάνω της αντανακλάται ο τρόπος που ζουν, συμπεριφέρονται, σκέφτονται, παράγουν και καταναλώνουν τα άτομα ως οργανικά μέλη μιας κοινότητας. Για να γίνουμε πιο ξεκάθαροι:
Το καρναβάλι είναι γέννημα θρέμμα της ανάγκης που νοιώθουν οι άνθρωποι να αντιδράσουν στον κυρίαρχο (εδώ και χιλιάδες χρόνια) πολιτισμό της συσσώρευσης οικονομικών αγαθών κι όλων των συνεπακόλουθων του (ανθρώπινη αλλοτρίωση, ηθική της εργασίας, λατρεία του κέρδους, σεβασμό στην ιδιοκτησία, καταπίεση των ενστίκτων κ.α.). Από τη στιγμή που οι άνθρωποι άρχισαν να ζουν για να παράγουν και σταμάτησαν να παράγουν για να ζουν, οι κοινωνίες άλλαξαν ριζικά (έγιναν ταξικές) το ίδιο κι η ανθρώπινη φύση. Το καρναβάλι από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα βιώνεται ως μια στιγμιαία άρνηση όλων των παραπάνω, είτε ως μια αδύνατον να κατασταλεί αντίδραση είτε ως μια αναγκαία εκτόνωση για να μπορέσει να συνεχίσει να δουλεύει η οικονομική μηχανή. Όλα τα χαρακτηριστικά του συνηγορούν σε αυτό: Ο ορθολογισμός αντικαθίσταται από τον ανορθολογισμό, η παραγωγή κι η συγκέντρωση αγαθών για σκοπούς που δεν έχουν καμία σχέση με την ικανοποίηση των ανθρωπίνων αναγκών με την αλόγιστη σπατάλη αποθεμάτων για την ικανοποίηση των ενστίκτων, οι ηθικές αναστολές με τη συνειδητή απώλεια του ελέγχου, ο σεβασμός στα θεία κι η σεμνότητα με τις βωμολοχίες και τη λατρεία του φαλλού, η αλλοτρίωση της καθημερινής ζωής με το εκστατικό ξεφάντωμα. Η μεταμφίεση κι οι μάσκες υποδηλώνουν μια αντίδραση στους διαχωρισμούς που έχει επιβάλει ο καταμερισμός εργασίας και ο δυτικός τρόπος σκέψης στους ανθρώπους. Ένας αγρότης κουβαλάει αυτή τη ταυτότητα στην καθημερινή του ζωή (και συνήθως σε όλη του τη ζωή), αλλά στο καρναβάλι μπορεί να ντυθεί παπάς, έμπορος, γυναίκα, σατανάς, βασιλιάς ή ζητιάνος.
Βέβαια, εφ’ όσον έγινε κατανοητό ότι το καρναβάλι έχει άμεση σχέση με την ταξική δόμηση της κοινωνίας είναι αυτονόητο ότι αλλιώς το βιώνουν οι καταπιεσμένοι κι αλλιώς οι άρχουσες τάξεις. Ή ακόμα καλύτερα, το καρναβάλι ως μια θεσμισμένη γιορτή ημερολογιακά μια φορά το χρόνο, εκφράζει κατά κύριο λόγο τις ανάγκες των καταπιεσμένων τάξεων για εκτόνωση παρά των άρχουσων. Αυτό συμβαίνει τόσο γιατί οι μεν καταπιεσμένοι δεν έχουν την ευχέρεια να «ξεφεύγουν» από τα καθιερωμένα όποτε θέλουν, όπως οι κυρίαρχοι, όσο κι επειδή αυτή η ανάγκη σίγουρα υπάρχει περισσότερο στους μεν παρά στους δε…Το καρναβάλι είναι από τη φύση του συνδεδεμένο με τον λαό, τις μάζες, τη πλέμπα. Από την άλλη, όμως, υπάρχει και το «αυλικό καρναβάλι», κυρίως ως διαστρέβλωση της ριζοσπαστικότητας του πρώτου:
«Οι διεθνείς (ok, πανευρωπαϊκές τουλάχιστον) εμπειρίες της Αναγέννησης, η συστηματική ανάπτυξη ηγεμονικών και παπικών αυλών, η πρόσδεση σ’ αυτές των κλασικιστών λόγιων ουμανιστών, άλλαξαν άρδην τη ριζοσπαστική έννοια του λαϊκού καρναβαλιού σ’ έναν ελάχιστα ριζοσπαστικό Δυτικό Μεσαίωνα κι έκαναν ν’ αναδυθεί ένα νέο πολιτισμικό φαινόμενο, το αυλικό καρναβάλι. Η παν-περιεκτικότητα του πρώτου, η προσωρινή αλλά ολοκληρωτική αναστολή της κανονικής ζωής που επιτελούσε, θέτοντας για λίγο στο περιθώριο κάθε κοινωνική ή φυσική μορφή ιεραρχίας, αντικαταστάθηκαν από έναν πρότυπο εγκλεισμό/αποκλεισμό: οι πάπες μπόλιασαν το χριστιανικό εσωτερικό τους με γερές δόσεις ύστερο-ρωμαϊκού οργιαστικού παγανισμού, προσφέροντας στις εν απορία ευρισκόμενες μάζες ένα κατ’ εξοχήν μοντέρνο θέαμα – την έξαλλη ζωή τους, τη ζωή που όλοι πρέπει να θέλουν.»4
Το «λαϊκό καρναβάλι» με λίγα λόγια σημαίνει ότι ο λαός βγαίνει στους δρόμους και τις γειτονιές, μεθάει και φοράει μάσκες, φτιάχνει αυτοσχέδια τραγούδια, κοροϊδεύει τους άρχοντες και τους θεσμούς και ουκ ολίγες φορές παρεκτρέπεται, καταστρέφοντας και καίγοντας. Το «αυλικό καρναβάλι» από την άλλη είναι η προσπάθεια να μπει σε πλαίσια η ανεξέλεγκτη και ριζοσπαστική φύση αυτής της παράδοσης: Καθορίζεται χρονικά και χωρικά η εκδήλωση της συγκεκριμένης «αρρώστιας», το αυθόρμητο κατέβασμα του κόσμου στους δρόμους μετατρέπεται σε καρναβαλική παρέλαση με συγκεκριμένα δρομολόγια και χωρισμένη σε γκρουπ ομοιόμορφων καρναβαλιστών, η δημιουργικότητα κι ο αυτοσχεδιασμός αντικαθίσταται από το κιτς, ο λαός χωρίζεται σε καρναβαλιστές και θεατές, η φωτιά μένει ως ένα συμβολικό θέαμα στην τελετή λήξης, η μουσική δεν δημιουργείται πλέον ως αυθόρμητη λαϊκή τέχνη, αλλά πλασάρεται με τη μορφή έτοιμων εμπορικών επιτυχιών. Το πραγματικό αντικαθίσταται από το θεαματικό, η έκσταση από την προσποίηση της έκστασης, η αποκάλυψη των πολλών προσωπείων που μπορεί να κρύβει ένας άνθρωπος με μια μεταμφίεση που είναι ξένη σ’ αυτόν που την υποδύεται. Τέλος, συμβαίνει η μέγιστη διαστρέβλωση: Το «λαϊκό καρναβάλι» ως παράδοση στρεφόμενη ενάντια στην κυριαρχία της οικονομίας στη ζωή των ανθρώπων, μετατρέπεται σε μια κερδοφόρα επιχείρηση για τους εμπόρους και τους άρχοντες.
Ναι, καλά το καταλάβατε: Εδώ και κάμποση ώρα μιλάμε συγκεκριμένα για το καρναβάλι της Πάτρας….

ΤΟ ΠΑΤΡΙΝΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ: ΟΤΑΝ ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟ


Το καρναβάλι της Πάτρας ήταν μια παράδοση με βαθιές ρίζες στην τοπική κοινωνία και στη λαϊκή κουλτούρα. Η επικοινωνία του λιμανιού της Πάτρας με την Ιταλία (χώρα με επίσης σημαντική καρναβαλική παράδοση), η θέση της ως εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο που, ανάμεσα στ’ άλλα, οδήγησε στη δημιουργία ενός πρωτοπόρου εργατικού κινήματος στα τέλη του 19ου αιώνα, η σύνδεση αυτών των σύγχρονων ταξικών αγώνων με τους παλιότερους, που οδήγησαν στην επανάσταση του ’21, μέσω της λαϊκής κουλτούρας, η πολεοδομία της (με τις φτωχοσυνοικίες και τα στενά σοκάκια στην άνω πόλη και τη δυτική πλευρά) είναι λίγοι από τους λόγους που μπορούμε πρόχειρα ν’ αναφέρουμε για να αιτιολογήσουμε τη βαθιά σύνδεση της «μοντέρνας» καρναβαλικής παράδοσης με την τοπική κοινωνία.
Αυτή η παράδοση, των «μασκαράδων» και των «ντόμινο», της τσάρκας από τις γειτονιές στο κέντρο της πόλης την Τσικνοπέμπτη, του «σοκαλοτοπόλεμου» και της ανελέητης λαϊκής σάτιρας5 στα πολιτικά κι όχι μόνο δρώμενα της εποχής, διατηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτη μέχρι τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Αυτή η παράδοση ήταν που το έκανε ξακουστό πανελλαδικά κι έφτιαξε το κατάλληλο έδαφος, ώστε να το εκμεταλλευτούν εμπορικά τις τελευταίες δεκαετίες οι έμποροι κι οι τοπικοί άρχοντες της πόλης.
Στην αρχή ήταν η παρέμβαση του δήμου, που ανέλαβε να οργανώσει την αυθόρμητη αυτή λαϊκή γιορτή με τις παρεμβάσεις που αναφέρθηκαν (θεσμοθέτηση της καρναβαλικής παρέλασης, τελετές έναρξης και λήξης, πυροτεχνήματα, κάψιμο του καρνάβαλου κτλ.). Αυτές οι παρεμβάσεις αν και δεν αλλοίωσαν ριζικά το πνεύμα της παράδοσης (αντίθετα είχαν σε κάποιο βαθμό χαρακτήρα επίσημης ανάδειξης αυτής) βοήθησαν στο να οργανωθεί καλύτερα ο θεσμός, ώστε να καταστεί δυνατή η εμπορική του εκμετάλλευση. Πλέον το καρναβάλι δεν ήταν προνόμιο μόνο των Πατρινών, αλλά έγινε η «ατραξιόν» της Πάτρας που οδηγούσε χιλιάδες επισκέπτες εκείνες τις ημέρες στην πόλη με τα συνεπαγόμενα οικονομικά οφέλη για τους εμπόρους και τον δήμο.
Αν ως το ’90 ο θεσμός ισορροπούσε ανάμεσα στην ανάδειξη της παράδοσης και την εμπορευματοποίηση, τα τελευταία 15 χρόνια η πλάστιγγα έγειρε ολοκληρωτικά προς τη δεύτερη πλευρά. Η οικονομική κρίση κι η αποβιομηχάνιση της πόλης, μαζί με την ταυτόχρονη ανάδειξη της σε φοιτητούπολη, άλλαξαν ριζικά το προφίλ της. Πλέον οι οικονομικές επιλογές της ντόπιας αστικής τάξης οδηγούσαν αποκλειστικά προς τον τριτογενή τομέα. Η Πάτρα γέμισε φαγάδικα και έγινε η «πόλη του κλάμπινγκ» για τους Αθηναίους κι όχι μόνο. Το κέντρο της πόλης έγινε εντελώς αποστειρωμένο γεμάτο μαγαζιά και καφετέριες. Δρόμοι ολόκληροι προσαρμόστηκαν στις ανάγκες της νέας εποχής κι έγιναν συνώνυμοι του κιτς και του φαίνεσθαι (Γεροκωστοπούλου, Αγ.Νικολάου). Τα τελευταία χρόνια ήρθε φυσικά και η μόδα των «πολυχώρων». Εμπορικό κέντρο στην πλατεία Γεωργίου και πολυχώρος διασκέδασης (σινεμά, μπόουλινγκ, φαγάδικα κτλ.) στην (γεμάτη ερειπωμένα εργοστάσια) παραλιακή οδό. Το καρναβάλι δεν ήταν απλά ένας σημαντικός παράγοντας για την οικονομική ανάπτυξη της πόλης, αλλά ο βασικότερος. Κάποιος που επένδυε σε αυτόν τον τομέα, στήριζε τα πλάνα του στην «αρπαχτή» του καρναβαλιού. Ποτά μπόμπες, μαύρη αγορά, άθλια μουσική κι όσο περισσότερα κορόιδα τόσο καλύτερα για τους εμπόρους της Πάτρας. Ο δήμος δεχόταν πιέσεις να συμμαζέψει λίγο τη μπόχα που απέπνεε η υπόθεση, αλλά όλοι ’ξέραν ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, αφού κάθε ενέργεια που θα στρεφόταν προς αυτήν την κατεύθυνση όχι μόνο θα έπρεπε να αντιμετωπίσει την ισχυρή αντίδραση των «νεόπλουτων» της διασκέδασης, αλλά θα υποθήκευε και την ίδια την οικονομική ανάπτυξη της Πάτρας που πλέον στηριζόταν στον μαζικό τουρισμό εξαιτίας του καρναβαλιού.
Η κρίση στην οποία διήλθε ο θεσμός δεν ήταν απλά ιδεολογική («πώς χάθηκε το νόημα του καρναβαλιού») αλλά και οικονομική. Η επιλογή της εμπορευματοποίησης, του μαζικού τουρισμού και της «αρπαχτής» προσέλκυε κάθε χρόνο στην Πάτρα δεκάδες χιλιάδες νεολαίους που ούτε έμπαιναν στα μαγαζιά, ούτε συμμετείχαν στην παρέλαση (η παρέλαση είναι μια ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση για αυτούς που φτιάχνουν ένα καρναβαλικό γκρουπ), αλλά το μόνο που έκαναν ήταν να τριγυρνάνε στους δρόμους και τις πλατείες ποντάροντας στη φθηνή «διασκέδαση» που προσφέρει η χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών, η υπαίθρια μουσική κι η μαζική παρουσία ανθρώπων. Αυτό το μείγμα λοιπόν άνεργης νεολαίας (κι απ’ αυτούς διαθέτει πολλούς η Πάτρα), προλεταριακής νεολαίας γενικότερα, μεταναστών, «περιθωριακών» στοιχείων (χουλιγκάνια, άτομα που επιδίδονται σε μικροκλοπές, τοξικομανείς κτλ.) είχαν καταλήξει να είναι τα «απόνερα» του θεσμού. Όχι μόνο δεν ήταν εμπορικά εκμεταλλεύσιμοι (δε μιλάμε φυσικά για το εμπόριο μαυροδάφνης ή καρναβαλικών αξεσουάρ το οποίο στηρίζεται σ’ αυτούς), αλλά αντίθετα έκαναν και ζημιά στην «εικόνα» του θεσμού.
Το αδιέξοδο ήταν ολοφάνερο: Να γίνει επιστροφή στο «αγνό» παλιό καρναβάλι ήταν αδύνατον. Να αλλάξει η πολιτική της μαζικής προσέλκυσης κοινού, επίσης αδύνατο, αφού καρναβάλι χωρίς μαζικότητα ισούται με απονέκρωση του θεσμού. Οπότε το μόνο που μπορούσε να γίνει ήταν να διατηρηθεί η υπάρχουσα κατάσταση και ταυτόχρονα να «σκουπιστούν τα’ απόνερα». Δηλαδή τέρμα στην υπαίθρια μουσική μετά τις 12, τέρμα στις φωτιές στις πλατείες για ζεστασιά, πιο έντονη αστυνόμευση με πρόσχημα τα ναρκωτικά, και τα συνεργεία του δήμου να βγαίνουν και να μαζεύουν με το που τελειώνουν τα πυροτεχνήματα. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: Ή μπείτε να «διασκεδάσετε» στα μαγαζιά ή ξεκουμπιστείτε από εδώ.
Η απάντηση ήταν ομολογουμένως αρκετά ενδιαφέρουσα, αλλά πριν φτάσουμε εκεί ας μελετήσουμε λίγο και την περίπτωση του Ψυρρή.


ΨΥΡΡΗ: ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΛΑΪΚΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ ΑΝΑΠΛΑΘΕΤΑΙ ΩΣ «TRENDY»

«…οι ανταρσίες εκδηλώθηκαν ακριβώς σε εκείνες τις περιοχές, όπου οι κυβερνήσεις είχαν ξοδέψει τεράστια χρηματικά ποσά σε «σχέδια ανάπλασης», των οποίων οι κατεδαφίσεις αντικατέστησαν την παραδοσιακή κατοικία της γειτονιάς με περισσότερο ανώνυμες πολυόροφες κατοικίες κι εξαφάνισαν τους μικρούς γηγενείς ιδιοκτήτες.»6

Στις αρχές του περασμένου αιώνα το όνομα Μπαϊρακτάρης δεν συνδεόταν με τα σουβλάκια όπως σήμερα, αλλά με τον αστυνομικό διευθυντή που αποφάσισε να τα βάλει με τους κουτσαβάκηδες και τους μάγκες που σύχναζαν στη συνοικία του Ψυρρή. Αν τα σοκάκια της εν λόγω συνοικίας μπορούσαν να μιλήσουν, θα είχαν να πουν πολλές ιστορίες που είναι άμεσα συνδεδεμένες με τη λαϊκή κουλτούρα. Πέρα από τον Μπαϊρακτάρη, θα μπορούσαν να μιλήσουν για τον κλεφτοπόλεμο που διεξήχθη στα στενά τους ανάμεσα στους Άγγλους και τους αντάρτες στον Εμφύλιο, για τον αέρα της «λαϊκής γειτονιάς» που κουβαλούσε μεταπολεμικά, για τα κουτούκια στα οποία σύχναζαν οι φοιτητές στη χούντα, για το πώς πριν τη δεκαετία του ’90 καταγράφηκε από την πολεοδομία ως «υποβαθμισμένη» περιοχή.
Σ’ αυτήν την «υποβαθμισμένη» περιοχή με τη λαϊκή παράδοση, την τελευταία δεκαετία οι κυρίαρχοι βρήκαν εύφορο έδαφος για να τη μετατρέψουν σ’ ένα «γκέτο διασκέδασης» που έχει ανάγκη κάθε σύγχρονη μητρόπολη. Οικονομικά βοήθησαν τα χαμηλά ενοίκια και το παρθένο για εκμετάλλευση έδαφος, πολεοδομικά η τοποθέτηση της στο ιστορικό κέντρο (κοντά σε Ακρόπολη, Μοναστηράκι, Πλάκα), ιδεολογικά η λαϊκή της παράδοση. Δίπλα στις ταβέρνες και τα μεζεδοπωλεία άρχιζαν σιγά σιγά να ανοίγουν και πιο «μοντέρνα» μαγαζιά (κλαμπ με χορευτική μουσική, γκέι μπαρ κτλ.), δημιουργώντας έτσι ένα πολεοδομικό τοπίο «για όλα τα γούστα» ιδανικό για να απομυζά τα λεφτά όσων αναζητούσαν διασκέδαση στη μητρόπολη το Παρασκευο-Σαββατο-Κύριακο.
Αν η σύγκριση με το καρναβάλι της Πάτρας, ως προς αυτή τη διαδικασία μετατροπής του λαϊκού σ’ εμπορικού φαίνεται ελκυστική, ακόμα πιο ενδιαφέρουσα φαίνεται η σύγκριση σε σχέση με τη νεολαία που άρχισε να συχνάζει εκεί πέρα. Βοηθούντος και των γειτονικών μαγαζιών που εκμεταλλεύονται εμπορικά τις διάφορες «μουσικές» υποκουλτούρες, η πλατεία Μοναστηρακίου αλλά και οι δρόμοι του Ψυρρή έγιναν κατά κάποιο τρόπο στέκι νεολαίων με διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά όσων κατά βάση συχνάζουν στα «τρέντυ» μπαρ. Η ίδια εικόνα κι εδώ: Νέοι να κάθονται και να χαζεύουν με την μπύρα στο χέρι τις «φυλές του Ψυρρή», χωρίς κατ’ ανάγκη να μπαίνουν να πιουν το ποτό τους στα μαγαζιά. Ιδιαίτερα την περίοδο της Ολυμπιάδας, το Ψυρρή αναδείχθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, σε κεντρικό σημείο «διασκέδασης» για όσους βρίσκονταν στο Λεκανοπέδιο εκείνες τις ημέρες. Έλα, όμως, που εκείνες τις ημέρες εκτός από τους αθλητές, τους τουρίστες, τους εθελοντές, τους θεατές και τους δημοσιογράφους υπήρχαν και οι «περίεργοι» νεολαίοι. Ποιοι είναι αυτοί; Γιατί τέτοια δυσκολία στο να προσδιοριστούν με μια λέξη;

Η ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ ΝΕΟΛΑΙΑ ΣΗΜΕΡΑ


«…Όλοι αυτοί που αποδίδουν τις εξεγέρσεις μόνο στην «ανεργία» αποφεύγουν το νέο ιστορικό ζήτημα νέων ταξικών σχέσεων που αντιμετωπίζουμε…»7

Η δεκαετία του ’80 σήμανε για την Ελλάδα, εκτός των άλλων, και την υιοθέτηση από το πιο δυναμικό κομμάτι της νεολαίας των νεανικών υποκουλτούρων (πανκ, μέταλ, λατρεία των μηχανών, χουλιγκανισμός) που είχαν αρχίσει να διαδίδονται στη Δύση ήδη από τη δεκαετία του ’ 60 (π.χ. skins). Αν και πολλά μπορούν να ειπωθούν για τους λόγους για τους οποίους πολλοί νεολαίοι συνδέθηκαν με τις συγκεκριμένες υποκουλτούρες, σίγουρα είναι πολύ εύστοχη η άποψη ότι μέσω αυτών προσπαθούσαν τα παιδιά της εργατικής τάξης να επανασυνθέσουν «φαντασιακά» τις αξίες και την αλληλεγγύη που υπήρχε στις εργατικές συνοικίες όπως τις είχαν ζήσει οι γονείς τους, πριν δηλαδή αλωθούν από την επιθετικότητα του κεφαλαίου8.
Την ίδια στιγμή, όμως, που αυτό το κοινωνικό κομμάτι μέσα από την ιδεολογία αυτών των υποκουλτούρων πίστευε ότι συνέχιζε την παράδοση της κοινότητας στην οποία μεγάλωσε αυτός κι οι πρόγονοι του, στράφηκε με τη βοήθεια των συγκεκριμένων υποκουλτούρων ενάντια στην υπαρκτή υλικά γονική καταπίεση. Είναι γνωστό ότι, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, η οικογένεια υπάρχει για να απορροφά τους κραδασμούς των κοινωνικών εντάσεων, τόσο λόγω της ανυπαρξίας σοβαρού κοινωνικού κράτους, όσο και λόγω της διαδεδομένης μικροϊδιοκτησίας, που προσφέρει μια «καβάτζα» στον νέο που δεν καταφέρνει να ενταχθεί ομαλά στην παραγωγική διαδικασία. Αυτή η σχέση εξάρτησης των παιδιών από τους γονείς ήταν που οδηγούσε αρκετούς νέους (εδώ, φυσικά δε μιλάμε μόνο για προλετάριους) σε «εξέγερση» ενάντια στην οικογένεια και οι συγκεκριμένες υποκουλτούρες προσέφεραν την καλύτερη αφορμή λόγω της προκλητικότητας απέναντι στην υπόλοιπη σοβαροφανή κοινωνία.
Πολιτική έκφραση η συγκεκριμένη τάση της νεολαίας βρήκε μέσα από τον αναρχικό/ αντιεξουσιαστικό χώρο, κυρίως μετά την κάθοδο της προλεταριακής νεολαίας στο Πολυτεχνείο τον Νοέμβρη του ’85 (δολοφονία Καλτεζά) επηρεάζοντας ριζικά και τον ίδιο τον πολιτικό χώρο που προϋπήρχε πριν από αυτή τη «σύζευξη» (αντί η άγρια νεολαία να πολιτικοποιηθεί, οι αναρχικοί απέκτησαν χαρακτηριστικά άγριας νεολαίας). Επίσης, η μαζικοποίηση του νεολαιίστικου κινήματος συνέπεσε με την ανάγκη αναδιάρθρωσης του εκπαιδευτικού συστήματος και το αποτέλεσμα ήταν εκρηκτικό (καταλήψεις 90-91 και 98-99). Ταυτόχρονα, όμως, τη δεκαετία του ’90 φάνηκαν και τα όρια του συγκεκριμένου κινήματος. Αποτυχία σύνδεσης αυτής της εξεγερσιακής διάθεσης με τα άλλα κοινωνικά κομμάτια που αγωνίζονται (η σύντομη συνάντηση των νεολαίων με τους γονείς τους στον δρόμο τον Γενάρη του ’90 μετά την δολοφονία Τεμπονέρα δεν κράτησε παραπάνω από λίγες μέρες). Ήττα των μαθητικών καταλήψεων 98-99, άγρια καταστολή στο πιο εξεγερσιακό κομμάτι στο Πολυτεχνείο του 95 και μετά είτε επιστροφή στη «στοργική γονική αγκαλιά» και είσοδος στην παραγωγική διαδικασία, είτε περιθωριοποίηση κι αυτοκαταστροφή καναλιζαρισμένη από τα ναρκωτικά, τη μπάλα και την αστυνομία.
Τα τελευταία χρόνια όμως φαίνεται ότι δημιουργούνται ξανά κάποια σημάδια ανάκαμψης και μαζικοποίησης. Ο ρυθμός κι η ένταση της βίας που ασκείται κάθε Κυριακή στα γήπεδα άγγιξε ένα ανησυχητικό όριο αντοχής για το σύστημα (έτσι ώστε να δοκιμάζεται καινούργια νομική ρύθμιση του προβλήματος από φέτος), η καθιέρωση των «ντου» και των «μπάχαλων» στις μεγάλες συναυλίες (θεωρείται πλέον διαδεδομένο ακόμα κι από τους διοργανωτές), η επαναμαζικοποίηση του αναρχικού/ αντιεξουσιαστικού χώρου στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις και στη σύνοδο κορυφής της Θεσσαλονίκης, η κάθοδος εκατοντάδων νεολαίων από τις συνοικίες στο κέντρο κάθε 17 Νοέμβρη (το αναρχικό μπλοκ το Νοέμβρη του 2003 στην Αθήνα πλαισιώθηκε από 1500 –1800 άτομα τη στιγμή που οι περισσότεροι αναρχικοί ήταν είτε σπίτια τους, είτε στο μπλοκ του Συνασπισμού…), τέλος τα γεγονότα στην Πάτρα και στο Ψυρρή δηλώνουν ένα καζάνι που ξαναβράζει και μετά βίας συγκρατούνται τα πρώτα ξεσπάσματά του.9
Άποψη μας είναι ότι η προλεταριακή νεολαία στην Ελλάδα σήμερα, ενώ συνεχίζει την παράδοση που κληρονόμησε από τη δεκαετία του ’80, έχει κάποιες ποιοτικές διαφορές από εκείνη τη γενιά, που δημιουργούν νέα δεδομένα στη σύγκρουση της με τους θεσμούς και το σύστημα. Χωρίς να απαξιώνουμε τις υλικές συνθήκες που οδήγησαν το συγκεκριμένο κομμάτι της νεολαίας τότε σε εξέγερση, οι αιτίες της σύγκρουσης έβγαιναν περισσότερο με ιδεολογικό πρόσημο (αντικουλτούρα, αντίδραση στην οικογενειακή καταπίεση, στο μέλλον που έχετε φτιάξει για εμάς χωρίς εμάς κτλ) παρά με ξεκάθαρα ταξικό. Σήμερα, αν κι αυτές οι αιτίες συνεχίζουν να υπάρχουν, έχουν εκλείψει οι αυταπάτες γύρω απ’ αυτές που είχε η γενιά του ’80: Η αντικουλτούρα ενσωματώνεται πιο εύκολα από ποτέ στο θέαμα (όσο εύκολα η κουλτούρα του hip-hop στην Ελλάδα ενσωματώθηκε στο «Γκούτσι Φόρεμα» του Μαζωνάκη), η αντίδραση στην οικογενειακή καταπίεση και σ’ ένα προδιαγεγραμμένο μέλλον όσο παραμένει αποσπασματική και δεν συνδέεται με τις υλικές συνθήκες που οδηγούν σε αυτή τη σχέση εξάρτησης εκφυλίζεται σε μια σύντομη περίοδο επαναστατικότητας που την κατανοούν ακόμα κι οι ίδιοι οι γονείς. Τέλος, η ήττα όλων των κοινωνικών αγώνων (κι αυτών της νεολαίας συμπεριλαμβανόμενων) παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της συνείδησης της προλεταριακής νεολαίας, αφού η απόγνωση κι ο ατομικισμός ως επακόλουθα της ήττας δίνουν πολύ πιο απρόβλεπτο και χαοτικό χαρακτήρα στον κάθε αγώνα και στην κάθε μορφή αντίστασης που εκδηλώνεται.
Ευνοϊκό έδαφος για να γονιμοποιηθεί ο οποιοσδήποτε νεολαιίστικος αγώνας αποτελεί η τα τελευταία χρόνια εξελισσόμενη μετάλλαξη του κοινωνικού κράτους σε κράτος ασφάλειας. Επειδή, όπως ξαναείπαμε, οι ελλείψεις του «κοινωνικού κράτους» στην Ελλάδα μπαλώνονταν αλλιώς απ’ ό,τι στην ανεπτυγμένη Δύση, αυτή η γενικότερη επίθεση συνεπάγεται κι επίθεση στο οικογενειακό εισόδημα, τη διαδεδομένη μικροϊδιοκτησία, τη μικροαστική ιδεολογία της ταξικής ανέλιξης γενικότερα σε ό,τι μπορούσε να προσφέρει μια «ασφάλεια» σε κάποιον που διαπιστώνει τη σκληρή πραγματικότητα της μισθωτής σκλαβιάς και προσπαθεί ν’ αμβλύνει τις συνέπειές της. Αυτή η «κοινωνική ασφάλεια» αντικαθίσταται παγκοσμίως από την «αστυνομική ασφάλεια», εφ’ όσον η αναγκαία από την οικονομική κρίση κατάργηση της πρώτης συνεπάγεται την υιοθέτηση της δεύτερης για να αντιμετωπιστούν τα βιαία αποτελέσματα της κοινωνικής κρίσης10. Στην περίπτωση μας, ένας νέος από χαμηλά κοινωνικά στρώματα μπορεί εδώ και χρόνια ν’ αντιμετώπιζε την πραγματικότητα της «μαύρης», ελαστικής εργασίας, αλλά μπορούσε να στηρίζεται και στο εισόδημα του πατέρα του στα διαστήματα της ανεργίας (ειδικότερα π.χ. αν αυτός ήταν μικροϊδιοκτήτης ή δημόσιος υπάλληλος), να μένει ακόμα στην οικογενειακή εστία και να ονειρεύεται ότι ίσως κάποια μέρα κάνει κάποια καλή «μπάζα» και με τη βοήθεια των τραπεζικών δανείων ανοίξει τη δικιά του μικροεπιχείρηση. Πλέον, όμως, οι γονείς δεν μπορούν να βοηθήσουν οικονομικά το παιδί λόγω της ακρίβειας, το παιδί αναγκαστικά θα πρέπει να ξεχάσει τα μακρά διαστήματα ανεργίας αν θέλει να μην τον πετάξουν από το σπίτι, και το παραμύθι της ταξικής ανέλιξης χάνεται κάπου ανάμεσα στο πλήθος των «περιστασιακών» δουλειών στις οποίες απασχολείται ο νέος για να βοηθήσει την οικογένεια να ξεπληρώσει τα δάνεια που χρωστάει.
Όλα τα παραπάνω μπορούν να περιγραφούν πολύ γενικά ως «προλεταριοποίηση» μεγάλων κομματιών της νεολαίας, ακόμα κι αν αυτά δεν προέρχονται «ξεκάθαρα» από την «εργατική τάξη». Η ένταση και το μέγεθος αυτής της διαδικασίας είναι αυτή που διαφοροποιεί τις σημερινές κινήσεις της νεολαίας από τις αντίστοιχες τις δεκαετίες του ’80 και τις στρέφει από τη μερικότητα της σύγκρουσης με την οικογένεια σε μια πιο ολική ταξική σύγκρουση. Ή για να είμαστε πιο ακριβείς και λιγότερο ντετερμινιστές, οι κινήσεις αντίστασης της νεολαίας οδηγούνται αναγκαστικά στο να πάρουν έναν πιο ξεκάθαρο ταξικό χαρακτήρα αν θέλουν να έχουν κάποιο αποτέλεσμα.
Τέλος, να σημειώσουμε ότι μιλώντας για προλεταριακή νεολαία στην Ελλάδα, αναγκαστικά αποκλείουμε από την ανάλυση μας ένα μεγάλο κομμάτι αυτής, τα παιδιά των μεταναστών. Είναι ευνόητο ότι αν και μιλάμε για το ίδιο σύστημα που καταπιέζει τόσο τους Έλληνες όσο και τους «ξένους» νέους, οι μεν έχουν διαφορετικά βιώματα από τους δε και δεν διαφαίνεται στο άμεσο μέλλον κάποια συνάντηση αυτών των δύο κοινοτήτων σε αγωνιστικές διαδικασίες, χωρίς να ξεχνάμε πόσο απειλητικό θα ήταν κάτι τέτοιο για το σύστημα και πόσο αξίζει να επιχειρηθεί.

ΟΤΑΝ Η ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ «ΑΥΤΟΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ» ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗ ΜΗΔΕΝΙΚΗ ΑΝΟΧΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

«Εάν οι νέοι πράγματι μαθαίνουν να διασκεδάζουν μέσα από μια ψυχαγωγία που δεν «κερδήθηκε», τότε η έννοια της ψυχαγωγίας που «κερδήθηκε» μπαίνει σε αμφισβήτηση»11

Ο όρος «αυτοαξιοποίηση» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τους ιταλούς αυτόνομους για να περιγράψουν τις συμπεριφορές που όχι μόνο δεν χρησιμεύουν στην αξιοποίηση του κεφαλαίου, αλλά λειτουργούν ενάντια σε αυτήν, αφού ορίζουν τις ανάγκες έξω από τις εμπορευματικές σχέσεις. Ο όρος αυτός έχει ως σημείο αναφοράς τον τομέα της κατανάλωσης και του «ελεύθερου» χρόνου (του χρόνου δηλαδή έξω από την παραγωγική διαδικασία) και μπορεί να περικλείει συμπεριφορές όπως τα «ντου» στις συναυλίες, τη μη πληρωμή εισιτηρίου στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, τις μικροκλοπές από πολυκαταστήματα, την επιλογή του δημόσιου χώρου και της πλατείας για διασκέδαση, για να αναφέρουμε τις πιο χαρακτηριστικές.
Σε αυτές τις συμπεριφορές πρέπει να αναζητηθεί η αιτία του «προβλήματος» στην περίπτωση της Πάτρας και του Ψυρρή. Αρκετοί νέοι επέλεξαν μια διασκέδαση έξω από την οριοθετημένη λογική που επέβαλλαν οι εμπορευματικές σχέσεις για να «διασκεδάσουν». Αντί να μπαίνουν στα μαγαζιά, κάθονταν στις πλατείες. Αντί να πληρώνουν (στην καλύτερη περίπτωση) 6 ευρώ το πότο, προτιμούσαν πιο οικονομικές λύσεις για να «φτιάξουν κεφάλι» ή να μεθύσουν, όπως μπύρες από το περίπτερο ή ομαδική αγορά και κατανάλωση μπουκάλας με βαρύ αλκοόλ, ή (ταυτόχρονη) χρήση μαλακών ναρκωτικών. Υπαίθρια μουσική στην Πάτρα υπήρχε έτσι κι αλλιώς από τον Δήμο (πριν καταλάβει το λάθος του), αλλά έτσι κι αλλιώς υπάρχει και η λύση της κιθάρας ή της φορητής μουσικής, ή του να κάθεσαι έξω από ένα μαγαζί που ακούγεται κάπως η μουσική. Κόσμος περνάει κι έρχεται, δεν υπάρχει δηλαδή πρόβλημα μοναξιάς ή για να το θέσουμε καλύτερα, υπάρχει λιγότερη αποξένωση απ’ ό,τι σ’ ένα μπαρ, άσε που δεν νοιώθεις «περίεργος» τη στιγμή που υπάρχουν πολλοί που επιλέγουν αυτού του είδους τη διασκέδαση.
Αυτή η «εναλλακτική μορφή διασκέδασης» εκφράζει σίγουρα μια μερίδα της νεολαίας και φυσικά έχει σχέση με την ικανότητα να αντεπεξέλθει οικονομικά κάποιος στην επίσημη «διασκέδαση», χωρίς όμως αυτό να λειτουργεί αποκλειστικά (για κάποιους που έχουν και την άλλη δυνατότητα είναι περισσότερο θέμα επιλογής). Ενώ λοιπόν αυτή την επιλογή τη συναντάμε ως φαινόμενο κάθε μέρα (π.χ. στις πλατείες των προλεταριακών περιοχών) στις περιπτώσεις που υπάρχει εμπορευματική διασκέδαση με μαζική απεύθυνση, μαζικοποιείται ταυτόχρονα κι αυτή η «επιδημία», επειδή ακριβώς υπάρχουν οι ευνοϊκοί παράγοντες που αναφέρθηκαν.
Εδώ λοιπόν βρίσκεται το κομβικό σημείο για να κατανοήσουμε τη σύγκρουση του νεολαιίστικου υποκειμένου με τον θεσμό της ιδιοκτησίας και τις δυνάμεις καταστολής. Το φαινόμενο της αυτοαξιοποίησης αν το εξετάσεις αποκομμένο από τις προοπτικές του (δηλαδή αν εξετάσεις μόνο την πράξη: μια παρέα «λιώνει» σε μια πλατεία με αλκοόλ και μπάφους) δεν είναι σίγουρα κάτι απειλητικό για το σύστημα, ίσως μάλιστα να είναι το ακριβώς αντίθετο. Αν όμως εξετάσεις το φαινόμενο σε δεδομένο χώρο και χρόνο, με τις δεδομένες κοινωνικές συνθήκες γίνεται αντιληπτή η απειλητικότητα του φαινομένου.
Στην περίπτωση του καρναβαλιού της Πάτρας ήταν δεδομένο τα τελευταία χρόνια ότι θα υπάρχει κόσμος στους δρόμους και τις πλατείες που θα σέρνεται, θα ξερνάει και θα κοιμάται, μέχρι να «καθαρίσει» η πόλη το πρωί της Καθαρής Δευτέρας. Αυτό το φαινόμενο ενοχλούσε περισσότερο αισθητικά τους φορείς της ιδεολογίας του συστήματος (π.χ. τα τοπικά ΜΜΕ) παρά πρακτικά. Οι πρώτες ανησυχίες εκφράσθηκαν κυρίως στο καρναβάλι του 2002, όπου είχαμε μια φοβερή αύξηση της «εγκληματικότητας» για εκείνες τις δύο ημέρες. Ως εγκληματικότητα φυσικά για το σύστημα και την αστυνομία εκλαμβάνονται οι εξής συμπεριφορές: Αύξηση των μικροκλοπών από περίπτερα και καταστήματα, μικροσυμπλοκές μεταξύ παρεών, διακίνηση τεράστιων ποσοτήτων ναρκωτικών, σπασίματα τζαμαριών καταστημάτων από μικρές ομάδες ατόμων. Κάποιες από αυτές τις συμπεριφορές έχουν ένα βαθμό επικινδυνότητας για το σύστημα, όπως είναι οι μικροκλοπές και τα μεμονωμένα σπασίματα. Η επικινδυνότητα τους έγκειται στην ευκολία με την οποία διαπράττονταν και στην ατιμωρησία όσων διέπρατταν αυτές τις πράξεις (ευκολία και ατιμωρησία που οφείλονται στο πλήθος του κόσμου και στην αδυναμία ελέγχου του από την αστυνομία), που αναγκαστικά οδηγούν στη διάδοση και εξάπλωση του απειλητικού για τον θεσμό της ιδιοκτησίας φαινομένου. Κάποιες από τις άλλες συμπεριφορές (ναρκωτικά, συμπλοκές, βανδαλισμοί, αντισυμβατικές συμπεριφορές κτλ.) είναι επικίνδυνες μόνο στο σημείο που η εκδήλωση τους ποσοτικά. υποδηλώνει την αδυναμία επαναφοράς της τάξης κι επέμβασης του κράτους. Π.χ., το αίσθημα ασφάλειας του κάθε μικροϊδιοκτήτη ή «φιλήσυχου πολίτη» πλήττεται όταν αντιλαμβάνεται ότι ο καθένας στην πόλη του για δύο μέρες μπορεί να πίνει «μαύρο», να τσακώνεται με όποιον (στραβο)κοίταξε αυτόν ή την κοπέλα του και να σπάει μπουκάλια όπου βρει.
Αναλύοντας κι εκτιμώντας την κατάσταση οι φορείς του συστήματος, με πρώτη την αστυνομία, φρόντισαν να πάρουν τα μέτρα τους για το 2003, ακριβώς για να ανακόψουν τη δυναμική τέτοιων συμπεριφορών που εκμεταλλεύονται το μεγάλο πλήθος ατόμων. Θεώρησαν ότι το πρόβλημα θα ελαττωθεί αν προχωρήσουν στις εξής κινήσεις: Να κλείσουν την υπαίθρια μουσική με το που πάει 12 (προφανώς ελπίζοντας ότι ο κόσμος θα σπάσει), να σβήνουν τις φωτιές που παραδοσιακά ανάβονται στις πλατείες για να ζεσταθεί ο κόσμος, να υπάρχει δύναμη της αστυνομίας η οποία θα επέμβει δυναμικά σε περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν όλα αυτά λόγω αντίδρασης του πλήθους. Και πράγματι έτσι έκαναν: Η μουσική έκλεισε στις 12, όμως η πλειοψηφία του κόσμου αντί να «σπάσει» άρχισε να γιουχάρει και να ψάχνει τρόπους να διασκεδάσει ενώ ήταν ταυτόχρονα αγανακτισμένος (ο εφιάλτης κάθε μπάτσου!). Η πυροσβεστική έσκασε όπως κάθε χρόνο για να σβήσει τις φωτιές, αλλά αυτή τη φορά και νωρίς ήρθε και προχώρησε σε δράση δίνοντας μηδενική σημασία στις διαμαρτυρίες των παρεών που ζεσταίνονταν. Τέλος, φυσικά, η αστυνομία επενέβη, αφού το πλήθος δεν τα δέχτηκε όλα αυτά «ελαφρά την καρδία» (άρχισε να πετάει πέτρες στα πυροσβεστικά). Μόνο εκεί η αστυνομία δεν τα είχε υπολογίσει καλά… Αντί οι «νεολαίοι» να πουν «ε, αφού έσκασε κι η αστυνομία, ώρα να πάμε σπίτια μας», επιτέθηκαν με ευχαρίστηση και στους μπάτσους (η διασκέδαση που λέγαμε). Αντί οι συγκρούσεις να σταματήσουν με το πρώτο δακρυγόνο, αυτές έγιναν ακόμα πιο μαζικές («για κοίτα θράσος, ερχόμαστε να διασκεδάσουμε κι αυτοί μας ψεκάζουν»). Αντί το φαινόμενο να περιοριστεί σε κάποιο συγκεκριμένο χώρο, τα «έκτροπα» εξαπλώθηκαν σε όλο το κέντρο με τους «νεολαίους» να τρέχουν από εδώ κι από εκεί όπου αντιλαμβάνονταν ότι κάτι παίζει. Αντί, τέλος, η αστυνομία να πετύχει τον βασικό της σκοπό (με βάση τον οποίο προχώρησε σε όλες τις προηγούμενες ενέργειες), να διασφαλίσει δηλαδή τον θεσμό της ιδιοκτησίας και το (συνεπαγόμενο) αίσθημα ασφάλειας, προκάλεσε ακριβώς τα αντίθετα: Συγκρούσεις και οδοφράγματα μέχρι τα ξημερώματα, δεκάδες σπασμένα καταστήματα κι απαλλοτριώσεις εμπορευμάτων από το πλήθος, το οποίο ανακάλυψε τον διαχωρισμό της ανταλλακτικής αξίας από την αξία χρήσης, χωρίς ποτέ να διαβάσει το Κεφάλαιο…
Εξετάζοντας τα γεγονότα στο Ψυρρή υπό το ίδιο πρίσμα, προκύπτουν πάλι τα ίδια συμπεράσματα. Στην πλατεία Μοναστηρακίου κάθε βράδυ γίνεται χαμός από νεολαία και τουρίστες. Λίγες μέρες πριν από εκείνο το επεισοδιακό Σάββατο, κάποιοι εκμεταλλεύονται τη μαζική παρουσία κόσμου και καίνε μια ελληνική σημαία και ξυλοφορτώνουν ξένους δημοσιογράφους. Τελικά, βέβαια, οι υπαίτιοι (σύμφωνα με την αστυνομία) συνελήφθησαν, αλλά αυτό το περιστατικό έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τους μπάτσους, οι οποίοι τις επόμενες ημέρες ήλεγχαν την κατάσταση στη συγκεκριμένη πλατεία, για να μην επαναληφθούν τέτοιες συμπεριφορές που δύνανται να «εκθέσουν τη χώρα». Το βράδυ Σαββάτου, λοιπόν, μια μέρα πριν την τελετή λήξης, κάποιοι τσακώνονται στην πλατεία σύμφωνα με τις περισσότερες μαρτυρίες. Πόσοι να ήταν; Άλλοι λένε 2 άτομα, άλλοι δύο παρέες αντίπαλων ποδοσφαιρικών ομάδων. Όπως και να έχει, ένα μηδαμινής αξίας περιστατικό σε σχέση με την κοσμοσυρροή εκείνη τη στιγμή στην πλατεία, η διμοιρία που ήταν πιο εκεί το εξέλαβε ως «διασάλευση της τάξης» και προχώρησε μες στον κόσμο για να επέμβει. Λίγοι άρχισαν να τους πετάνε άδεια μπουκάλια μπίρας και τότε οι μπάτσοι ρίχνουν δακρυγόνο! Το κέντρο της πλατείας αδειάζει και μένει μόνο η διμοιρία περικυκλωμένη από κόσμο, ενώ αυτοί που πέταξαν τα μπουκάλια έχουν γίνει λίγο περισσότεροι και ανάβουν φωτιά στην πλευρά της πλατείας που πάει προς Πλάκα. Οι μπάτσοι προσπαθούν να απομονώσουν τη συγκεκριμένη ομάδα και τους κυνηγάνε ρίχνοντας κι άλλα δακρυγόνα, πράγμα που προκαλεί τη φραστική στην αρχή αγανάκτηση του κόσμου που παρακολουθεί το γεγονός γύρω γύρω, αγανάκτηση που δεν αργεί να εκφρασθεί και πρακτικά. Οι μπάτσοι σε λίγο κοιτάν αποσβολωμένοι πότε από τη μια πλευρά πότε από την άλλη, αδυνατώντας να κατανοήσουν πού σταματάει η διάκριση «ταραξιών», οι οποίοι πρέπει να κατασταλούν, και φιλήσυχων πολιτών που πρέπει να μην τους πειράξουν, καθώς τα μπουκάλια τους έρχονται πλέον από όλες τις πλευρές του ορίζοντα. Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Οι μπάτσοι ρίχνουν κι άλλα δακρυγόνα, αδειάζοντας σχεδόν τελείως την πλατεία κι η πλειοψηφία του κόσμου κατευθύνεται προς Ψυρρή. Στήνονται οδοφράγματα από τις καρέκλες των μαγαζιών, ανάβονται φωτιές σε κάδους και γίνονται ντου στους μπάτσους που βρίσκονται στην είσοδο του μετρό επί της Αθηνάς. Οι μπάτσοι απαντάνε πνίγοντας την περιοχή στα δακρυγόνα κι έπειτα προχωρώντας σταδιακά. Επικρατεί πανζουρλισμός με πελάτες να τρέχουν να σωθούν από τα μαγαζιά χωρίς ποτέ να πληρώσουν, σερβιτόρους και «νεαρούς» να προσπαθούν να μαζέψουν όσα περισσότερα μπουκάλια και ποτήρια από τα άδεια τραπέζια γίνεται (ο καθένας για τους δικούς του λόγους), τουρίστες να μην πιστεύουν στα μάτια τους με αυτά που έβλεπαν και νεολαίοι να βλασφημούν που χρειάστηκε να ρίξουν χημικά έξω από το κλαμπ για να αντιληφθούν τη «φάση», οπότε άργησαν να συμμετάσχουν σε αυτή την εκρηκτική βραδιά…Με λίγα λόγια και στα επεισόδια στο Ψυρρή διαπιστώνουμε όχι μόνο την ανικανότητα της αστυνομίας να επιβάλει την τάξη, αλλά τα καταστροφικά αποτελέσματα της επιλογής της να παρέμβει, όταν βλέπει ότι μια κατάσταση δύναται να ξεφύγει από τον έλεγχό της. Όμως ουδέν κακό αμιγές καλού ακόμα και για την αστυνομία. Ευκαιρία να μάθουν από τα λάθη τους και να μην τα επαναλάβουν. Πονάει δόντι, κόβει δόντι.
Την επόμενη χρονιά στο καρναβάλι της Πάτρας, οι αστυνομικές αρχές εφάρμοσαν την πρακτική της «μηδενικής ανοχής» προχωρώντας σε μαζικές προσαγωγές «ύποπτων» ατόμων, σε αστυνομοκρατία σε κάθε γωνιά του κέντρου, σε άμεσο ξυλοφόρτωμα και σύλληψη ατόμων που δοκίμαζαν να ανάψουν φωτιά στην πλατεία Όλγας. Ταυτόχρονα κι οι καταστηματάρχες είχαν πάρει τα μέτρα τους, έχοντας μισθώσει σεκιουριτάδες για να προστατέψουν την ιδιοκτησία τους. Το αποτέλεσμα ήταν πράγματι στο καρναβάλι του 2004 να μην ανοίξει μύτη, παρά την αντίθετη φιλολογία των ΜΜΕ και τη διάθεση αρκετού νεαρόκοσμου να γίνει θεσμός το «κάψιμο της πόλης» κάθε Κυριακή της Αποκριάς…Αναλόγως, το επόμενο βράδυ στο Ψυρρή η πλατεία ήταν τίγκα στους ασφαλίτες και τους μπάτσους12.
Το συμπέρασμα που προκύπτει τόσο από την Πάτρα όσο και από το Ψυρρή είναι ότι η «αυτοαξιοποίηση στη «διασκέδαση», στην οποία προχωράει μερίδα της νεολαίας, δημιουργεί ευνοϊκό έδαφος για την εκδήλωση συμπεριφορών μη ανεκτών από το κράτος. Η αστυνομία αντιλαμβάνεται ότι, αν δεν αντιδράσει, αυτές οι συμπεριφορές θα κατοχυρωθούν ως δεδομένο και θα πολλαπλασιαστούν. Από τη στιγμή που αποφασίζει να επέμβει η αστυνομία γνωρίζει ότι πρέπει να αντιμετωπίσει τη ρίζα του προβλήματος: Το γεγονός ότι μια μερίδα ανθρώπων καταλαμβάνει δημόσιο χώρο και τον αξιοποιεί σύμφωνα με τις ανάγκες της. Είναι δεδομένο λοιπόν ότι η θεωρία των «σπασμένων τζαμιών» και της «μηδενικής ανοχής» δεν είναι ένα πρόσχημα, μια εφεύρεση των κυρίαρχων για να εντείνουν την καταστολή, αλλά αντίθετα ξεκινάει από μια υπαρκτή πραγματικότητα κι όσο οι κυρίαρχοι έχουν τους δικούς τους κώδικες ανάγνωσης του φαινομένου, άλλο τόσο υπάρχει η δυνατότητα μιας ταξικής ανάγνωσης. Η θεωρία των «σπασμένων τζαμιών» άρχισε να προβάλλεται από τους θεωρητικούς του συστήματος, όταν οι κυρίαρχοι κατάλαβαν ότι είτε μερικές καταστάσεις τις ξεκόβεις σύρριζα από τις αιτίες που τις ευνοούν, είτε θα υποστείς τις συνέπειες σε περίπτωση που τις ανεχτείς. Όποιος ξεκόβει το αποτέλεσμα (καταστολή, μηδενική ανοχή) από τις αιτίες που οδήγησαν σε αυτό (ανάγκη διασφάλισης του θεσμού της ιδιοκτησίας και του αισθήματος της ασφάλειας), δεν συνεισφέρει καθόλου στην κατανόηση του φαινομένου από τη δικιά μας (ταξική) σκοπιά.

Η ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΙΩΝ ΣΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΜΗΔΕΝΙΚΗΣ ΑΝΟΧΗΣ - Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΜΜΕ

«…Η ‘κοινωνική περικύκλωση’ της εξεγερμένης νεολαίας έγινε μέσα από την κατασκευή ενός κλίματος πανικού, βίας, χάους και τρομοκρατίας που απειλεί αδιακρίτως τους ‘πολίτες’, όπου το κράτος εμφανίζεται ως ένας ουδέτερος μηχανισμός που θα προφυλάξει τον πληθυσμό από την επαπειλούμενη διατάραξη της ‘κοινωνικής ειρήνης’»13

Όπως η γέννηση της θεωρίας των «σπασμένων τζαμιών» δεν μπορεί να ιδωθεί ξεκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα, έτσι κι η εφαρμογή αυτής της θεωρίας το δόγμα της «μηδενικής ανοχής» δεν μπορεί να ιδωθεί απλώς ως μια «στρατιωτικού τύπου» επιχείρηση καταστολής. Προϋποθέτει την απομόνωση του υποκειμένου πάνω στο οποίο θα ασκηθεί η καταστολή από τα υπόλοιπα κοινωνικά κομμάτια, απομόνωση που εκμεταλλεύεται τους διαχωρισμούς που επιβάλλει το καπιταλιστικό σύστημα στο σώμα της κοινωνίας κι υποβοηθείται από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του συστήματος, κυρίως από τα ΜΜΕ. Θα μελετήσουμε το παράδειγμα της Πάτρας, αφού στην περίπτωση του Ψυρρή τα ΜΜΕ (λόγω και της μικρότερης, συγκριτικά, έκτασης των επεισοδίων, αλλά κυρίως λόγω της Ολυμπιάδας…) περιορίστηκαν στο «θάψιμο» της είδησης, όσο αυτό ήταν δυνατό, ενώ όπου αυτό δεν ήταν δυνατό, απλώς ανέφεραν ότι ομάδα «αναρχικών» ή «νεαρών που θέλησαν να διασκεδάσουν με διαφορετικό τρόπο από το συνηθισμένο (!) συνεπλάκησαν με τους άνδρες των ΜΑΤ και τους ανάγκασαν να προχωρήσουν σε χρήση δακρυγόνων».
Στην περίπτωση της Πάτρας οι συγκρούσεις κι οι απαλλοτριώσεις ήταν την επόμενη μέρα πρώτη είδηση στα περισσότερα κανάλια πανελλαδικά και στην πρώτη σελίδα στις περισσότερες εφημερίδες. Το μοτίβο στις περισσότερες των περιπτώσεων ήταν ίδιο κι απαράλλακτο: Ομάδες νεαρών μαλώνουν μεταξύ τους (για οπαδικούς λόγους), επεμβαίνει η αστυνομία και τότε οι νεαροί ενώνονται εναντίον της αστυνομίας και προχωράνε σε βανδαλισμούς. Αυτό που υπονοείται από την παραπάνω περιγραφή είναι ότι, δυστυχώς, υπάρχουν και κάποια «περιθωριακά στοιχεία» στην κοινωνίας μας, που, αντί να διασκεδάσουν όπως εσείς (οι φιλήσυχοι τηλεθεατές), αρέσκονται στη βία (είτε με τα ΜΑΤ είτε μεταξύ τους, δεν έχει σημασία, μπορεί να βαρέσουν κι εσάς πάνω στο τσακίρ κέφι) και στους βανδαλισμούς. Το γεγονός παρουσιάζεται εντελώς διαστρεβλωμένο και ξεκομμένο από την πραγματικότητα κι ο θεατής βγάζει τα συμπεράσματα που θέλει ανάλογα με τη δικιά του πραγματικότητα: Ένας μικροαστός θα αναλογιστεί πάνω στην παρακμή γενικά της κοινωνίας και της νεολαίας ειδικότερα, θα τρομοκρατηθεί στην ιδέα ότι αυτά τα «κωλόπαιδα» μπορεί κάποια στιγμή να στραφούν εναντίον αυτού και της μικροϊδιοκτησίας του και θα αναφωνήσει πως η αστυνομία φταίει που δεν τα «μπαγλαρώνει» όλα για να βρει κι εκείνος την ησυχία του. Ένας εργαζόμενος θα αγανακτήσει που αυτά τα «κωλόπαιδα» αντί να πιάσουν καμιά δουλειά σαν κι αυτόν για να δουν τις δυσκολίες της επιβίωσης, το μόνο που κάνουν είναι να καταστρέφουν την περιουσία του κοσμάκη (προφανώς ιδιοκτησία δεν κατέχουν μόνο οι μικροαστοί). Ένας αριστερός (εδώ η ιδεολογία παίζει το σημαντικότερο ρόλο κι όχι η κοινωνική θέση) θα κουνήσει το κεφάλι του σκεπτικά και θα πει ότι φταίει η κοινωνία με τις αξίες που προβάλλει, η ανεργία και τα ναρκωτικά που οδηγούν τμήματα της νεολαίας στο περιθώριο, επιστρέφοντας μετά από τη βαρύγδουπη ανάλυσή του στην ιδεολογική του αυτάρκεια. Τέλος, ενός νεαρού όλα τα παραπάνω ενδέχεται να του τραβήξουν την προσοχή: Για να βρίζουν οι μεγάλοι κάτι ενδιαφέρον κρύβει η υπόθεση θα σκεφθεί, αναλογιζόμενος τις συμβουλές των γονιών του να μην μπλέξει με «κακές παρέες», τσιγάρα, ναρκωτικά κτλ.
Αν αυτή ήταν η εικόνα που παρουσίασαν τα ΜΜΕ πανελλαδικά, φανταστείτε πώς τα παρουσίασαν τα τοπικά ΜΜΕ. Το θέμα καταρχήν έπαιζε ως είδηση για καμιά εβδομάδα στα πάνελ και τις στήλες των εφημερίδων. Οι δημοσιογράφοι συναγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιος θα δείξει περισσότερη αγανάκτηση για τους «αναρχικούς». Για τα τοπικά κανάλια ήταν αναμφισβήτητο ότι τα γεγονότα τα προκάλεσαν «αναρχικοί» και μάλιστα «αναρχικοί» από άλλες πόλεις, όχι από την Πάτρα, που μπαίνουν σε ένα λεωφορείο ή τρένο και πηγαίνουν όπου μαζεύεται κόσμος για να δημιουργήσουν επεισόδια14! Και μόνο η σκέψη ότι στα επεισόδια συμμετείχαν «δικά μας παιδιά» θα προκαλούσε σάλο στην τοπική κοινωνία. Το «κακό» πρέπει να ξορκιστεί και να αντιμετωπιστεί ως μια εξωτερική απειλή. Η αστυνομία τα ήξερε όλα αυτά, γι’ αυτό και στις συλλήψεις στις οποίες προχώρησε υπήρχαν μόνο δύο Πατρινοί σε σύνολο 23 ατόμων15. Εφ’ όσον η «απειλή» παρουσιάζεται ως κάτι ξένο από τον κοινωνικό ιστό της πόλης, η τοπική κοινωνία συναινεί στις κραυγές των εμπόρων (που είδαν την περιουσία τους να «κάνει φτερά») και των δημοσιογράφων: Σχεδόν κανείς δεν διαμαρτύρεται την επόμενη χρονιά που το καρναβάλι αστυνομοκρατείται.


ΑΚΟΜΑ ΑΝΑΡΩΤΙΕΣΤΕ ΤΙ ΣΧΕΣΗ ΕΧΟΥΝ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΜΕ ΤΟ ΜΠΡΙΞΤΟΝ;

Τα γεγονότα στο Μπρίξτον κι η εξέγερση της αγγλικής νεολαίας που ακολούθησε απέχουν χρονικά από τα γεγονότα στην Πάτρα και στο Ψυρρή μια εικοσαετία. Επίσης, ως προς την έκταση φαίνεται άνισο να συγκρίνουμε μια νεολαιίστικη εξέγερση που συγκλόνισε την Αγγλία για αρκετά χρόνια, με μεμονωμένες συγκρούσεις μειοψηφικών τμημάτων της νεολαίας στην Ελλάδα. Πίσω από αυτές τις τεράστιες διαφορές όμως διακρίνεται ο «κοινός τόπος» για τον οποίο μιλήσαμε στην αρχή.
«Κοινός τόπος» που συνίσταται στα εξής: Στο βίωμα της εξέγερσης ως μια μορφή «διασκέδασης» που σπάει τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Στην εκδήλωση της εξέγερσης σε σημεία που το κεφάλαιο κι οι εμπορευματικές σχέσεις έχουν αλώσει κάθε προϋπάρχον κοινωνικό δεσμό. Στον ρόλο που διαδραματίζει η υποκουλτούρα ως απόπειρα φαντασιακής επανασύνθεσης της κοινότητας. Στην προσπάθεια του συστήματος να απομονώσει την «εξεγερμένη νεολαία» από τα υπόλοιπα κοινωνικά κομμάτια και στη σημασία που είχε είτε η επιτυχία αυτής της προσπάθειας για την εκδήλωση της καταστολής (Πάτρα), είτε η αποτυχία της για την εξάπλωση και ριζοσπαστικοποίηση του αγώνα (Μπρίξτον). Στην αποτυχία αυτών των αγώνων εφ’ όσον παραμένουν μερικοί και δεν καταφέρνουν να εξαπλωθούν και στον τομέα της παραγωγής. Στην αυτοαξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου και του δημόσιου χώρου πέρα από την κυριαρχία του κεφαλαίου και στην απειλητικότητα αυτού του φαινομένου για τους θεσμούς του συστήματος, όταν αυτό λαμβάνει μαζικές διαστάσεις. Και, τέλος, στην αδυναμία του συστήματος να ενσωματώσει τα εξεγερμένα κομμάτια, που οδηγεί στην αύξηση της καταστολής και του κοινωνικού ελέγχου, στη μετάλλαξη δηλαδή του κράτους πρόνοιας σε κράτος ασφάλειας.
Τέλος, κατανοώντας την αποτυχία των νεολαιίστικων αγώνων των προηγούμενων δεκαετιών στην Ελλάδα, τον ρόλο που διαδραμάτισε η οικογένεια σε αυτή την αποτυχία ως παράγοντας ενσωμάτωσης των συγκρούσεων, τη σημερινή επίθεση που δέχεται ο θεσμός της οικογένειας και της μικροϊδιοκτησίας και την εντεινόμενη προλεταριοποίηση μικροαστικών στρωμάτων, κατανοούμε πέρα από τις ομοιότητες και τις διαφορές των δυο περιπτώσεων: Στην περίπτωση του Μπρίξτον ήταν το κράτος πρόνοιας που δεχόταν επίθεση κι ο θεσμός της οικογένειας σίγουρα δεν κατείχε τον ρόλο που κατέχει εδώ. Στην περίπτωση του Μπρίξτον εμφανίστηκε για πρώτη φορά το συγκεκριμένο νεολαιίστικο υποκείμενο, ενώ στην Ελλάδα οι παρόμοιου τύπου νεολαιίστικες εξεγέρσεις (κάτω από διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες, ξανατονίζουμε) έχουν μια ιστορία δυο δεκαετιών.
Τέλος πάντων, αυτό που μας ενδιαφέρει μέσα από τη σύγκριση με το Μπρίξτον, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι η εξαγωγή κάποιου «επιστημονικού» συμπεράσματος, αλλά η καλύτερη κατανόηση των κοινωνικών εξελίξεων για να είμαστε έτοιμοι να παρέμβουμε ως ανταγωνιστικό υποκείμενο στο καπιταλιστικό σύστημα. Υπό αυτή την οπτική, θεωρούμε ότι στο άμεσο μέλλον θα ξανασυναντήσουμε γεγονότα όπως αυτά που εκτυλίχθηκαν στο καρναβάλι της Πάτρας και στη συνοικία του Ψυρρή και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε προς το παρόν «κινηματικά» είναι να πολεμήσουμε την «αμηχανία» που δημιουργούν τέτοια γεγονότα, πράγμα που ελπίζουμε να κατάφερε αυτό το κείμενο σε κάποιο βαθμό.




1« Η εξέγερση της αγγλικής νεολαίας», μετάφραση του κειμένου «Η ‘αδύνατη’ τάξη» της κολλεκτίβας «Μετά τον Μαρξ ο Απρίλης» , εκδ Κομμούνα, σελ.44 στη β΄ εκδοση
2Αναρχική εφημερίδα «Διαδρομή Ελευθερίας», Φύλλο 13, Απρίλιος 2003, κείμενο «Το καρναβάλι της Πάτρας βρίσκει το δρόμο του», στη σελ.14, όπου υπάρχει κι αναλυτική περιγραφή των ταραχών από «πρώτο χέρι»
3 Θα είχε ενδιαφέρον για μια πιο διεξοδική μελέτη της ταξικής φύσης του καρναβαλιού παγκόσμια, να γνωρίζαμε βιβλιογραφία για «ταραχές» που έχουμε ακούσει ότι συμβαίνουν τις αποκριές στις παραγκουπόλεις του Ρίου, μαζί με τη φανταχτερή παρέλαση
4 «Simplicissimus», Δελτίο παρεκβατικών συμπεριφορών, Τεύχος 1, Άνοιξη 2003, στο κείμενο «The Gay Phenomenality», εκδ. «futura»
5 Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός και της μεγάλης ανάπτυξης στο πλαίσιο της λαϊκής παράδοσης του «θεάτρου σκιών» (Καραγκιόζης) την ίδια περίοδο στη συγκεκριμένη πόλη
6 «Η Εξέγερση της αγγλικής Νεολαίας», ό.π., σελ. 62 (η παρατήρηση για την πολεοδομική διάσταση των ταραχών προέρχεται από τον «Economist»…)
7 Ό.π., σελ.51
8 βλ. και «Τα παιδιά της Γαλαρίας», Τεύχος 10, κείμενο «Πόλεμος, ειρήνη και κρίση αναπαραγωγής του ανθρώπινου κεφαλαίου»
9 Τόσο αυτή, όσο κι η προηγούμενη παράγραφος αναλύουν προφανώς το φαινόμενο «νεολαία κι αναρχικός-αντιεξουσιαστικός χώρος» σε γενικές γραμμές και με σκοπό να αναδειχθεί κι όχι να μελετηθεί πιο σοβαρά (κινηματικά) η αλληλεπίδραση αυτή. Όχι γιατί δεν μας ενδιαφέρει, αλλά προφανώς γιατί είναι ένα τεράστιο και πολύ «καυτό» ζήτημα (οι επιπτώσεις αυτής της αλληλεπίδρασης είναι υπαρκτές σήμερα στον ίδιο ή και σε μεγαλύτερο βαθμό…) για να χωρέσει σε αυτό το κείμενο.
10 Πιο αναλυτικά η σχέση αυτή, κατάρρευση κοινωνικού κράτους-προλεταριακή αυτοαξιοποίηση-μηδενική ανοχή, εξηγείται παρακάτω με βάση το παράδειγμα της Πάτρας και του Ψυρρή
11 «Η Εξέγερση της αγγλικής Νεολαίας», ό.π., σελ. 84
12 και γενικά η πλατεία Μοναστηρακίου είναι από τις πλέον αστυνομοκρατούμενες πλατείες στο κέντρο της Αθήνας
13 «Τα παιδιά της Γαλαρίας», ό.π., σελ. 14

14 Ήταν κι η περίοδος που η Ελλάδα βρισκόταν στην προεδρία της Ε.Ε. κι ο πόλεμος στο Ιράκ ήταν θέμα χρόνου, οπότε πράγματι γίνονταν ουκ ολίγες διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις σε διάφορα μέρη της χώρας…
15 Φυσικά, δεν υποστηρίζουμε ότι τα επεισόδια έγιναν κατά κύριο λόγο από Πατρινούς, απλώς η προπαγάνδα των καναλιών ταυτίζεται με τις επιλεκτικές, έτσι κι αλλιώς εκείνο το βράδυ, συλλήψεις των μπάτσων

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις